Μ έχουν ρωτήσει κι άλλοι, κι άλλες φορές. Λίγες, γιατί εγώ πάντα τους προφταίνω και τους το λέω πρώτη πως τους αγαπώ. Τους το δείχνω και με διάφορους τρόπους μάλιστα. Στους φίλους μου, στους συγγενείς μου, και σ όποιους άλλους αγαπώ, τέλος πάντων. Το λέω και στο δρόμο, σε κάποιον γνωστό που ανταλλάσσουμε δυό κουβέντες και κείνη τη στιγμή ναι, νοιώθω να τον αγαπώ.
Κι είναι φορές που αισθάνομαι μειονότητα. Στ αλήθεια. Γιατί δεν το ακούω να χαρίζεται απλόχερα. Ούτε σε μένα, ούτε και στους άλλους. Γίνονται όλοι Σκρούτζηδες όταν τους έρχεται στο στόμα και το ξαναγυρίζουν πίσω στο λαρύγγι τους, να το καταπιούνε. Πίνουνε και δυό ποτήρια νερό από πάνω μην και τους ξανανεβεί στη γλώσσα. Τσιγκουνεύονται να το εκφράσουν. Με το ζόρι. Με το σταγονόμετρο. Και ΑΝ. Φοβούνται να το πούνε; Φοβούνται τί;
Μην πάρει αέρα ο άλλος και τότε τί; Ποιός βρήκε το μπελά του μέσα από γλυκές κουβέντες; Ποιός έμπλεξε όταν «ζέστανε» τον άλλον; Ποιός μεταμορφώθηκε σε επικίνδυνο εχθρό αμέσως μόλις αγαπήθηκε πολύ;
Αντίθετα, με μέγιστη ευκολία ξεστομίζονται οι βρισιές, οι βλαστήμιες, το φαρμάκι και το μίσος. Εκεί, φρένο γιοκ! Κανένα! Συνοδεύονται κι από άγρια ηδονή κάποιες φορές μάλιστα. Παρ όλο που η μεγαλύτερη ίσως ανάγκη του καθένα μας είναι η αγάπη, δεν το έχουμε συνειδητοποιήσει ότι αυτή είναι και η τέλεια ψυχική μας ισορροπία.
Δυσκολευόμαστε να τη ζητήσουμε, μην τυχόν και κατεβεί σε ανήλιο υπόγειο ο εγωισμός μας. Και μένοντας έτσι στερημένοι και κουτσουρεμένοι, δεν τολμάμε να δώσουμε κι εμείς έστω λίγη τρυφεράδα σ αυτούς που αγαπάμε. Εμείς πρώτοι να δώσουμε.
Γιατί, αυτή η άτακτη σειρά, του να περιμένουμε να πάρουμε δηλαδή πρώτα (οτιδήποτε είν αυτό) δεν μας κάνει να συλλογιστούμε ότι κι οι άλλοι που είναι ίδιοι μας, θέλουν κι αυτοί πρώτα να πάρουν κι ύστερα να δώσουν; Και τότε; Τότε τα συναισθήματα παραμένουν στην κατάψυξη και τα παίρνουμε μαζί μας, εγκλωβισμένα και απολύτως προσαρμοσμένα στο εντελώς πια «ξυλιασμένο» μας κορμί.
Κι εγώ πριν ακόμη ξαφνιαστώ που μια άγνωστη με ρώτησε αν την αγαπώ, πρόφτασα ν ανατριχιάσω πριν, και να συγκλονιστώ. Κι αμέσως είπα «ΝΑΙ! ΣΑΣ ΑΓΑΠΩ!». Και τότε χαμογέλασε και ξαναστήλωσε τα μάτια στο ταβάνι. Κι όταν μετά κουβέντα δεν ανταλλάξαμε καμιά, την προσοχή μου τράβηξε η μικρή της η ταμπέλα. Στα κάγκελα του κρεβατιού της κρεμασμένη. «Όνομα: Ελένη Ζαλημαίου, Ετών: 98, Εισαγωγή: 15.01.1999, Νόσος: Γεροντική άνοια» με μπλε στυλό ήταν γραμμένα. Και στην αριστερή πάνω γωνία, «Στέγη Ευγηρίας ο Άγιος Συμεών» με μαύρο μελάνι, κεφαλαία, ήταν τυπωμένα.
Δεν υπάρχουν σχόλια:
Δημοσίευση σχολίου