9 Απρ 2009

Φύγε βρε κοριτσάκι, φύγε!

Η Φλώρα, περίεργο, δεν συμπάθησε ποτέ της τα χαστούκια. Αντίθετα τα μίσησε θανάσιμα. Από τότε, που το πρώτο έκανε το μάγουλο της να τσούζει και να καίει. Ορκίστηκε να είναι πια πάρα πολύ προσεκτική και μετρημένη σ όλη της τη ζωή, ώστε να μην επιτρέψει ξανά σε άνθρωπο να πράξει βίαια πάνω στο λευκό και λεπτόδερμο της πρόσωπο.

Ήταν γύρω στα εφτά της κι έπαιζε στη γειτονιά με τα γειτονόπουλα της. Εκείνα τα ωραία παιχνίδια του δρόμου, που δεν θα τελείωναν ούτε τα χαράματα, αν οι μητρικές φωνές, όλες μαζί και σύγχρονα δεν σάλπιζαν το il silenzio. Το μπάσιμο στο σπίτι δηλαδή, αργά την ώρα που σουρούπωνε. Η Φλώρα έπαιζε με τη Στέλλα, την Κική, τη Χρυσούλα και πότε-πότε, όποτε δεν ήταν άρρωστο και με το Μαράκι.

Με κούκλες, με σπιτάκια, με ξύλινα μολύβια για ενέσεις, με σκοινάκι και κουτσό. Κανένα απ τα παιχνίδια δε βαριόταν. Ούτε και τους συχνούς τσακωμούς και τις ζήλιες. Την άλλη μέρα ή και σε λίγο, όλες ξανά μαζί! Κι ο Μπούλης μαζί. Σε κοντινή τους ηλικία. Τις είχε όλο από κοντά. Συνήθως έβρισκαν ρόλους και γι αυτόν, μα όχι και πάντα κάποιον αγορίστικο. Τότε τον έδιωχναν κι αυτός λυπημένος έτρεχε στη μαμά του. Πάντα την προτιμούσε απ το συμμαθητικό του στρατόπεδο. Εκεί, ο Μιχάλης, ο Μικές, ο Σταμάτης, ο Φάνης και δυό αγόρια της Έκτης κλωτσοβολούσαν ολημερίς τη μπάλα, τα γόνατα τους, τις πέτρες και τις γάτες. Την άλλη μέρα προσπαθούσε ξανά τις μικρές του φίλες να προσεγγίσει και για να το επιτύχει μάλιστα ήθελε να τις ξεγελάσει και να κάνει πως τους μοιάζει. Πότε δηλαδή φορούσε μια μπλούζα της αδελφής του, πότε χόρευε σαν αυτήν και πότε κουνούσε τα χέρια του σαν τη θεία του τη Μέλπω. Έμοιαζε δε και η φωνή του, τόσο ψιλή-ψιλή και γυναικεία γινόταν.

Μιά μέρα που η Φλώρα τσακώθηκε με άλλες δυό κι έψαχνε την Κική και τη Χρυσώ, ομάδα μαζί τους για να φτιάξει, να κι ο Μπούλης μες τη μέση. Το μικρό του νύχι το κατακόκκινα βαμμένο να θέλει να της δείξει.

«Φύγε βρε και συ από δω! Κοριτσάκι, ε, Κοριτσάκι!» ξαναμμένη του στρίγκλισε να ξεθυμάνει. Βολίδα στη μάννα του αυτός με κλάμα γοερό κι ατέλειωτο λυγμό. Βολίδα και η μάννα του στη Φλώρα κατά πάνω και ΤΣΑΦ! μιά χαστουκάρα να, αυτή που στην αρχή σας είπα.

Σήμερα η Φλώρα στα 47 της έφαγε ένα δεύτερο χαστούκι κι αυτό την καίει τώρα ακόμα πιο πολύ που ζει πια στην Αμερική. Και δεν προφταίνει πια να πάει.

«Συγγνώμη για κείνη την κουβέντα!» θάθελε να του ζητήσει, που είναι τώρα πια μεγάλη. Κι ο Μπούλης στα 48 του, μετά από χρόνια σε μιά πόλη άλλη, σήμερα νάτον πάλι πίσω στο χωριό. Με τη σομόν του τη γραβάτα και τα άσπρο του κουστούμι, έτσι ακριβώς όπως τα είχε παραγγείλει. «Συγγνώμη για κείνο το χαστούκι!» καιρό τόθελε να της πει κι αυτός αλλά δεν πρόφτασε, γιατί πολύ-πολύ αδύνατος είναι μέσα στο φέρετρο «απ την αρρώστια του» νεκρός!

Δεν υπάρχουν σχόλια: