Ευαγγελία, Βαγγελίτσα, Λιολιώ, Ανθούλα, Σοφία.
Μ αυτήν ακριβώς τη σειρά αποχώρησαν. Ακολουθώντας σωστά τα νούμερα, που έγραφε της κάθε μιάς το χαρτάκι. Το χαρτάκι που ένα αόρατο χαιρέκακο χέρι, αόρατα ακούμπησε στη σχεδόν αόρατη χουφτίτσα τους τη μέρα κιόλας που γεννήθηκαν.
Έτσι, πρώτα η φίλη μου η Μαρία, μετά η άλλη Μαρία, η συνομήλικη μου, ύστερα η Χρυσάνθη της γειτονιάς, αργότερα η Πλητώ, η συμμαθήτρια μου, και τελευταία η Έλλη η συνάδελφος μου, έτσι, μ αυτήν τη σειρά έχασαν τις μητέρες τους. Στα πενήντα πέντε με εξήντα περίπου οι φίλες μου, στα ογδόντα μ ενενήντα περίπου οι μαμάδες τους. Μέσα στην ίδια χρονιά όλες τους. Την ίδια χρονιά ακριβώς που έχασα κι εγώ την μακάρια σκέψη μου. Την ξενοιασιά μου και τη λήθη μου.
Ολότελα τόχα ξεχάσει πως η ζωή κάπου τελειώνει. Καθόλου δεν μ έφερνα στο νου…να μένω ορφανή. Νόμιζα πως μόνο στα μικρά παιδιά αφορούσε η ορφάνια.
Και τώρα νάμαι πια εδώ, να περιμένω και ν ανησυχώ. Νάρθει και το δικό μας νούμερο. Να το παραδώσει κι η δική μου η μαμά μου, το δικό της το χαρτάκι. Αυτό που στη χούφτα της κρατάει από παιδάκι. Κι ο πόνος με γυροφέρνει από τώρα. Κόβει βόλτες, με περικυκλώνει, κι όλο τους κύκλους του μικραίνει. Άρχισε κιόλας να με ματώνει.
Και δεν φοβάμαι τόσο «εκείνη τη στιγμή», δεν είν αυτή που με τρομάζει τόσο. Μα την ερχόμενη α π ο υ σ ί α σκέπτομαι που θα με κάνει να πονώ και που…θα θέλω να διαρκεί! Άραγε πόσο;
9 Απρ 2009
Εγγραφή σε:
Σχόλια ανάρτησης (Atom)
Δεν υπάρχουν σχόλια:
Δημοσίευση σχολίου