13 Απρ 2009

Oh, mia cara!

Oh, mia cara!

Πιο ανέμελη από ποτέ, περπατούσα εκείνη τη μέρα. Ποτέ πιο πολύ δεν ταράχτηκα όσο εκείνη την ίδια μέρα. Σκεπτόμουνα μάλιστα κάτι γρήγορες, σπιρτάτες ατάκες που λίγο πριν είχαμε ανταλλάξει μ έναν φίλο και χαζοχαμογελούσα. Συγκρατημένα. Ξέρετε. Αυτό που προσπαθούμε να το μαζέψουμε μην τυχόν και μας κολλήσουν τη ρετσινιά του ανισόρροπου.

Δυό παπάδες είδα νάρχονται από μακριά. Όχι, δεν με τρόμαξε αυτό. Ποτέ δεν με τρόμαζε, ούτε παιδάκι. Απλά τότε πνιγόμουνα μες την αμηχανία, γιατί ποτέ δεν ήθελα να φιλάω τα χέρια τους. Βαστούσε ένα δίσκο με τα δυό του χέρια ο ένας με κάτι σε λουλουδικό επάνω, μου φάνηκε από μακριά, και κάτι σε σταυρό ίσως; Σε εικόνα; Τον χαιρέτισα όταν κάπως πλησίασε. «Γεια σας παπά μου! Τί είναι; Κανένας ετοιμοθάνατος;» Φόρεσα και την ανάλογη έκφραση στο πρόσωπο. Ξέρετε. Αυτήν που κάνουμε πως λυπόμαστε. Μούγνεψε επιτακτικά, να πλησιάσω αναντίρρητα. Τί τις ήθελα εγώ τις χαιρετούρες και τις περιέργειες; Μούχωσε κάτω απ τη μύτη μου το δίσκο του και με ύφος «Τυχερή είσαι που με πέτυχες!» μου είπε να προσκυνήσω.

Tα μάτια μου πετάχτηκαν έξω απ τον τρόμο αμέσως μόλις έπεσαν… πάνω στην κάρα του Αγίου Τάδε. Αγριεμός σκέτος! Μισοκαλυμμένη από πολύτιμο μέταλλο, που άφηνε κενά για να φαίνονται μέρη απ το γυμνό κρανίο του Αγίου Τάδε. Ούτε που το θυμάμαι τ όνομα του απ το σοκ, θεέ μου συγχώρα με! Τί πειράζει εξ άλλου; Όλες οι κάρες ίδιες είναι, ανώνυμες, κι η δικιά μου ίδια μ αυτήν θα γίνει … όταν «πρώτα ο θεός!»

Είδατε εσείς ποτέ, κάρα να τρέχει, ροβολώντας, σε αστυνομικό τμήμα με τα δικαιολογητικά στο χέρι για να βγάλει ταυτότητα; Είδατε; Μισοέσκυψα, και μη θέλοντας να αποστρέψω την προσφορά του, σταυροκοπήθηκα με «δάχτυλα πάρκινσον» και ξανάκανα πίσω. «Εγώ παπά μου δεν μπορώ! Αγριεύομαι πολύ μ αυτά τα πράγματα»! «Η Χάρη Του… βοήθεια σου… θαυματουργός…» και τέτοια τον άκουγα να μου λέει καθώς έφευγα, «Λούης» γινόμουνα δηλαδή. Και τότε πρόσεξα και τον δεύτερο ιερέα που στα πέντε μέτρα ακολουθούσε. Με το κινητό του στ αυτί του κολλημένο, να περπατά γοργά και να σιχτιρίζει έναν διάκο; Έναν δεσπότη; Δεν κατάλαβα ακριβώς, αλλά το «Γαμώ τα ράσα που φοράει!» σίγουρα τον άκουσα να λέει.

Και η κάρα ανά χείρας, συνέχισε τον δρόμο της. Μπρος αυτή με τον έναν, πίσω η τιμητική φρουρά με τον δεύτερο παπά. Πού πήγαινε στο λιόγερμα, πότε, και ποιόν να συναντήσει; Ευχήθηκα τουλάχιστον, άλλον ποτέ ξανά και κυρίως παιδί, να μην τρομοκρατήσει!

9 Απρ 2009

« Γάμα »

Το «γάμα» είν ένα γράμμα που από μόνο του σου ανοίγει μπροστά σου 49 ολόλευκες σελίδες για να τις γεμίσεις με τις δικές του χάρες. Την τελευταία την 50, την κρατάει για να γράψει τον επίλογο αυτό το ίδιο. Το δικαιούται εξ άλλου.

Εγώ όμως δεν θ ασχοληθώ τόσο πολύ μαζί του, ούτε και μ αυτό το ρήμα βεβαίως. Κόσμιαααα!

Θα αναφερθώ σε δύο λέξεις μόνο, που αρχίζουν από «γ» και παρουσιάζουν ένα κάποιο ενδιαφέρον. Και κυρίως ένα κοινό μεταξύ τους σημείο. Θα μιλήσω για τις Γάτες και τις Γριές. Αμφότερες μου προκαλούν αμφίρροπα και διχασμένα συναισθήματα.

Τις γριές άλλοτε τις συμπονώ και με συγκινεί η θέα τους, ή η όποια ιστορία των αμέτρητων χρόνων ζωής τους κι άλλοτε μου γίνονται ανυπόφορες με τις γρουσουζιές, την καχυποψία και τις εμμονές τους. Μερικά δε απ αυτά τα χαρισματικά προσόντα τα βλέπω να κατευθύνονται προς τα πάνω μου και κάτι μου λέει πως θα μου ζητήσουν και συγκατοίκηση! Θάχω τη δύναμη να τ αρνηθώ που είμαι και φιλεύσπλαχνη; Δειλά αναρωτιέμαι.

Οι Γάτες πάλι, με συγκινούν λιγότερο απ τις γριές. Όταν είναι πολύ άσχημες, ας πούμε. Το μαύρο τους το χάλι δηλαδή. Όταν είναι ανήμπορες. Όταν μετά από μια σπιτίσια καλοπέραση έχουν πεταχτεί πίσω ξανά στο δρόμο. Όταν κάποια τους που μου είναι άγνωστη και της είμαι επίσης εντελώς άγνωστη κι εγώ, περπατάει μαζί μου από πίσω μου, μέχρι που η κάθε μια μας να βαρεθεί τη συνοδεία της άλλης. Αυτό που με τίποτα όμως «δεν πάω», είναι το βλέμμα τους. Αυτό το σχιστό γατίσιο μάτι τους. Χρόνια τώρα, προσπαθώ ν ανακαλύψω ένα εκπορευόμενο συναίσθημα, μία καλοσύνη, μία ζεστασιά (πού βρίσκομαι η αφελής, στη φάτνη;), ή έστω μία χαρωπή διάθεση. Εκπομπή μηδέν. Αντίθετα διακρίνω μία κακία. Νάμαι επηρεασμένη από μας, που όταν δεν χωνεύουμε κάποιον τον κοιτάμε με μισόκλειστο, χαραμάδα μάτι; Μπορεί. Μπορεί εγώ δηλαδή να φταίω και να είμαι ανίκανη ν αντιληφθώ τα μηνύματα τους. Αυτά τα τελευταία, για να μην τα χαλάσω με τους εκλεκτούς προσωπικούς μου φίλους που όλοι τους είναι φιλόζωοι, από ακραίοι μέχρι και εντελώς κανονικοί!

Όσον αφορά δε το «κοινό σημείο» που σας έταξα μεταξύ γατών και γριών… είναι η διάβαση. Όχι του εντέρου καλέ!

Τις έχετε δει και τις δύο, ΠΩΣ περνάνε το δρόμο; ΠΩΣ τον διασχίζουν για να περάσουν απέναντι; Πώς εμείς που δεν είμαστε ούτε τόνα ούτε τ άλλο, περιμένουμε το πράσινο φανάρι για να περάσουμε με ασφάλεια; Έτσι ακριβώς οι δύο προηγούμενες κατηγορίες πλασμάτων, περιμένουν να δουν στα τρία μέτρα το διερχόμενο αυτοκίνητο και τότε ακριβώς, ακαριαία, αποφασίζουν ν αλλάξουν πεζοδρόμιο. Με πλήρη ασφάλεια πιστεύουν τότε και αυτές! Τα αποτελέσματα τάχετε δει «ιδίοις όμμασι». Και μην ακούτε τους σούπερ ζωόφιλους που λένε πως επίτηδες σκοτώνουν οι οδηγοί τις γάτες! Ούτε να τις δουν δεν προφταίνουν οι οδηγοί. Ούτε και τις γριές. Αυτές είναι μεν εμφανέστερες και λόγω διαστάσεων και γιατί στερούνται ουράς, αλλά πού να το βάλει ο νους τους, πως η γριά που τη βλέπουν από μακριά να περιμένει στην άκρη καρτερικά, μπροστά τους θα τιναχτεί και θα σκορπίσει θρήνο κι όλεθρο απρόσμενα και ξαφνικά!

«Πάρ τ αυγά και κούρευτα!» δηλαδή.

…«Γάμα» τα δηλαδή!

Γιατί;

Γιατί όταν βγαίνουμε φωτογραφία αγκαλιαζόμαστε πάντα, ενώ τις άλλες μέρες όχι;

Γιατί όταν κάνει ψόφο, λέμε «ζέστη σήμερα έ; Κάψωσα!» και περιμένουμε ο άλλος να το εκτιμήσει κι απ το γέλιο να λιποθυμήσει;

Γιατί όταν φτερνιζόμαστε του δίνουμε και καταλαβαίνει κι όλους τους όποιους άλλους ήχους μας τους καταπνίγουμε; Μήπως γιατί το ψέκασμα εκτιμάται περισσότερο;

Γιατί εξακολουθούμε να λέμε «παρντόν» και «μαντάμ»; Ακόμα θα τους έχουμε «περί πολλού» τους άλλους Ευρωπαίους; Πότε θα τις κόψουμε αυτές κι άλλες παρόμοιες μ…..ς;

Γιατί φτύνουμε «σιχτίρια» όταν βρίζουμε και μπερδεύει και η γλώσσα μας; Γιατί δεν βρίσκουμε άλλες λέξεις με φωνήεντα ηχηρά, να φωνάζουν δυνατά;

Γιατί όλοι οι άλλοι είναι βλάκες;

Γιατί μόνο ΕΓΩ είμαι η έξυπνη;

Γιατί συμπτωματικά το ίδιο ακριβώς συμβαίνει και σε σένα; Και σε σένα; Και σε σένα;

Γιατί πολλοί δικαστές απευθυνόμενοι στον κατηγορούμενο, του μιλάνε πάντα στον ενικό; Είναι «απόβρασμα» εκ προοιμίου;

Γιατί μιλάμε πάντα σον πληθυντικό όταν κ…γλείφουμε;

Γιατί είμαστε άπρεποι, αυταρχικοί και τσαμπουκάδες στους αδύναμους και σούζα σ αυτούς που φοβόμαστε, και καθόλου δεν τους εκτιμάμε; Γιατί δεν ντρεπόμαστε γι αυτό;

Γιατί προσποιούμαστε πως είμαστε άλλοι απ αυτούς που είμαστε και το χειρότερο, γιατί διαλέγουμε «κοστουμιά» στους άλλους αρεστή κι όχι αυτήν που στ αλήθεια μας αρέσει να φοράμε;

Γιατί όταν ταξιδεύουμε με το αεροπλάνο, μας αρέσει να λέμε «πετάω», ενώ με το αυτοκίνητο δεν λέμε «οδεύω» ή με το πλοίο «σαλπάρω»;

Γιατί και από πότε το κινητό μας έγινε φιλόμουσο και ξέρει όλα τα τραγούδια «απέξω κι ανακατωτά»;

Γιατί οι γυναίκες παίρνουμε πάντα ένα μικρότερο νούμερο παπούτσι και οι άντρες τρία μεγαλύτερα;

Γιατί οι άντρες οπουδήποτε στις πόλεις και στην ύπαιθρο…διαβάζουν ταμπέλες «W.C.» και κάνουν άμεση χρήση τους, κι εμείς οι γυναίκες δεν τις βλέπουμε ποτέ κι όλο κοντεύουμε να τα κάνουμε απάνω μας;

Γιατί ντρεπόμαστε να γελάσουμε δυνατά, με την ψυχή μας, πρώτοι εμείς ή μόνο εμείς και περιμένουμε να γελάσει πρώτος κάποιος άλλος; Έχει χρονοδιάγραμμα το γέλιο; Ξερατό θα βγει έτσι και καθυστερήσει!

Γιατί ποτέ δεν χτυπάμε πρώτοι παλαμάκια; Μπαίνοντας στις αίθουσες θεάματος παίρνουμε χαρτάκι με σειρά προτεραιότητας για το παλαμάκι;

Εμένα γιατί μου πέφτει πάντα το νούμερο «1»;

Γιατί όταν τελειώνουν οι μεγάλες γιορτές νοιώθουμε μεγάλη ανακούφιση; Το ίδιο όπως με τις δυσκολίες και τα προβλήματα; Έχουν τετραγωνική ρίζα οι φιέστες;

Γιατί όσο πιο πολύ λαίμαργοι είμαστε τόσο πιο πολύ παχαίνουμε; Και γιατί αυτή η ρημάδα η επιστήμη δεν μας βεβαιώνει πως το πάχος είναι υγεία;

Γιατί λέμε «καλή σας όρεξη!» εκεί που δεν είμαστε καλεσμένοι, κι από μέσα μας «να σας κάτσει!»;

Γιατί εμείς λέμε «μας τάπανε!» κι από μέσα τους τα παιδιά με τα κάλαντα «που να σας πει ο παπάς στ αυτί!»;

Γιατί ρωτάμε στη θάλασσα «πατώνεις;»; Για να μετρήσουμε το θάρρος ή το μπόι του άλλου;

Γιατί τρελαινόμαστε για το «σπιτικό» και το «χειροποίητο» και τ ακριβοπληρώνουμε και τα δύο; Εμείς σπίτι δεν έχουμε; Χέρια; Ούτε;

Γιατί οι «ξερόλες» δύο πράγματα μόνο αγνοούν; Ότι γίνονται ανιαροί κι ότι δεν ξέρουνε την τύφλα τους;

Γιατί υποκρινόμαστε πως δεν είμαστε υποκριτές;

Γιατί δεν εκτιμάμε τους σεμνούς και ντρεπόμαστε να τους κάνουμε παρέα;

Γιατί μας αρέσει να βγαίνουμε με τους φανφαρόνους πιστεύοντας πως ανεβαίνει το κοινωνικό μας προφίλ; Γιατί ώρες-ώρες δεν είμαστε καθόλου, μα καθόλου με τα καλά μας;

Γιατί εγώ που διανύω την πέμπτη μου δεκαετία, δεν μπορώ να λέγομαι «Ρουβίτσα» ή έστω «Μητροπανίτσα»;

Γιατί το ΚΑΘΕΝΑ απ όλα τα «γιατί;» με άπειρα «διότι!» μπορεί να απαντηθεί;

Γιατί άπειρες είναι και οι εκδοχές, οι σκέψεις και οι συλλογισμοί των συνανθρώπων μας στη γη!!

Φύγε βρε κοριτσάκι, φύγε!

Η Φλώρα, περίεργο, δεν συμπάθησε ποτέ της τα χαστούκια. Αντίθετα τα μίσησε θανάσιμα. Από τότε, που το πρώτο έκανε το μάγουλο της να τσούζει και να καίει. Ορκίστηκε να είναι πια πάρα πολύ προσεκτική και μετρημένη σ όλη της τη ζωή, ώστε να μην επιτρέψει ξανά σε άνθρωπο να πράξει βίαια πάνω στο λευκό και λεπτόδερμο της πρόσωπο.

Ήταν γύρω στα εφτά της κι έπαιζε στη γειτονιά με τα γειτονόπουλα της. Εκείνα τα ωραία παιχνίδια του δρόμου, που δεν θα τελείωναν ούτε τα χαράματα, αν οι μητρικές φωνές, όλες μαζί και σύγχρονα δεν σάλπιζαν το il silenzio. Το μπάσιμο στο σπίτι δηλαδή, αργά την ώρα που σουρούπωνε. Η Φλώρα έπαιζε με τη Στέλλα, την Κική, τη Χρυσούλα και πότε-πότε, όποτε δεν ήταν άρρωστο και με το Μαράκι.

Με κούκλες, με σπιτάκια, με ξύλινα μολύβια για ενέσεις, με σκοινάκι και κουτσό. Κανένα απ τα παιχνίδια δε βαριόταν. Ούτε και τους συχνούς τσακωμούς και τις ζήλιες. Την άλλη μέρα ή και σε λίγο, όλες ξανά μαζί! Κι ο Μπούλης μαζί. Σε κοντινή τους ηλικία. Τις είχε όλο από κοντά. Συνήθως έβρισκαν ρόλους και γι αυτόν, μα όχι και πάντα κάποιον αγορίστικο. Τότε τον έδιωχναν κι αυτός λυπημένος έτρεχε στη μαμά του. Πάντα την προτιμούσε απ το συμμαθητικό του στρατόπεδο. Εκεί, ο Μιχάλης, ο Μικές, ο Σταμάτης, ο Φάνης και δυό αγόρια της Έκτης κλωτσοβολούσαν ολημερίς τη μπάλα, τα γόνατα τους, τις πέτρες και τις γάτες. Την άλλη μέρα προσπαθούσε ξανά τις μικρές του φίλες να προσεγγίσει και για να το επιτύχει μάλιστα ήθελε να τις ξεγελάσει και να κάνει πως τους μοιάζει. Πότε δηλαδή φορούσε μια μπλούζα της αδελφής του, πότε χόρευε σαν αυτήν και πότε κουνούσε τα χέρια του σαν τη θεία του τη Μέλπω. Έμοιαζε δε και η φωνή του, τόσο ψιλή-ψιλή και γυναικεία γινόταν.

Μιά μέρα που η Φλώρα τσακώθηκε με άλλες δυό κι έψαχνε την Κική και τη Χρυσώ, ομάδα μαζί τους για να φτιάξει, να κι ο Μπούλης μες τη μέση. Το μικρό του νύχι το κατακόκκινα βαμμένο να θέλει να της δείξει.

«Φύγε βρε και συ από δω! Κοριτσάκι, ε, Κοριτσάκι!» ξαναμμένη του στρίγκλισε να ξεθυμάνει. Βολίδα στη μάννα του αυτός με κλάμα γοερό κι ατέλειωτο λυγμό. Βολίδα και η μάννα του στη Φλώρα κατά πάνω και ΤΣΑΦ! μιά χαστουκάρα να, αυτή που στην αρχή σας είπα.

Σήμερα η Φλώρα στα 47 της έφαγε ένα δεύτερο χαστούκι κι αυτό την καίει τώρα ακόμα πιο πολύ που ζει πια στην Αμερική. Και δεν προφταίνει πια να πάει.

«Συγγνώμη για κείνη την κουβέντα!» θάθελε να του ζητήσει, που είναι τώρα πια μεγάλη. Κι ο Μπούλης στα 48 του, μετά από χρόνια σε μιά πόλη άλλη, σήμερα νάτον πάλι πίσω στο χωριό. Με τη σομόν του τη γραβάτα και τα άσπρο του κουστούμι, έτσι ακριβώς όπως τα είχε παραγγείλει. «Συγγνώμη για κείνο το χαστούκι!» καιρό τόθελε να της πει κι αυτός αλλά δεν πρόφτασε, γιατί πολύ-πολύ αδύνατος είναι μέσα στο φέρετρο «απ την αρρώστια του» νεκρός!

Των μαμάδων η εποχή

Ευαγγελία, Βαγγελίτσα, Λιολιώ, Ανθούλα, Σοφία.
Μ αυτήν ακριβώς τη σειρά αποχώρησαν. Ακολουθώντας σωστά τα νούμερα, που έγραφε της κάθε μιάς το χαρτάκι. Το χαρτάκι που ένα αόρατο χαιρέκακο χέρι, αόρατα ακούμπησε στη σχεδόν αόρατη χουφτίτσα τους τη μέρα κιόλας που γεννήθηκαν.
Έτσι, πρώτα η φίλη μου η Μαρία, μετά η άλλη Μαρία, η συνομήλικη μου, ύστερα η Χρυσάνθη της γειτονιάς, αργότερα η Πλητώ, η συμμαθήτρια μου, και τελευταία η Έλλη η συνάδελφος μου, έτσι, μ αυτήν τη σειρά έχασαν τις μητέρες τους. Στα πενήντα πέντε με εξήντα περίπου οι φίλες μου, στα ογδόντα μ ενενήντα περίπου οι μαμάδες τους. Μέσα στην ίδια χρονιά όλες τους. Την ίδια χρονιά ακριβώς που έχασα κι εγώ την μακάρια σκέψη μου. Την ξενοιασιά μου και τη λήθη μου.
Ολότελα τόχα ξεχάσει πως η ζωή κάπου τελειώνει. Καθόλου δεν μ έφερνα στο νου…να μένω ορφανή. Νόμιζα πως μόνο στα μικρά παιδιά αφορούσε η ορφάνια.
Και τώρα νάμαι πια εδώ, να περιμένω και ν ανησυχώ. Νάρθει και το δικό μας νούμερο. Να το παραδώσει κι η δική μου η μαμά μου, το δικό της το χαρτάκι. Αυτό που στη χούφτα της κρατάει από παιδάκι. Κι ο πόνος με γυροφέρνει από τώρα. Κόβει βόλτες, με περικυκλώνει, κι όλο τους κύκλους του μικραίνει. Άρχισε κιόλας να με ματώνει.
Και δεν φοβάμαι τόσο «εκείνη τη στιγμή», δεν είν αυτή που με τρομάζει τόσο. Μα την ερχόμενη α π ο υ σ ί α σκέπτομαι που θα με κάνει να πονώ και που…θα θέλω να διαρκεί! Άραγε πόσο;

Μ αγαπάς;

«Μ αγαπάς;» Με ρώτησε. Και με συγκλόνισε!

Μ έχουν ρωτήσει κι άλλοι, κι άλλες φορές. Λίγες, γιατί εγώ πάντα τους προφταίνω και τους το λέω πρώτη πως τους αγαπώ. Τους το δείχνω και με διάφορους τρόπους μάλιστα. Στους φίλους μου, στους συγγενείς μου, και σ όποιους άλλους αγαπώ, τέλος πάντων. Το λέω και στο δρόμο, σε κάποιον γνωστό που ανταλλάσσουμε δυό κουβέντες και κείνη τη στιγμή ναι, νοιώθω να τον αγαπώ.

Κι είναι φορές που αισθάνομαι μειονότητα. Στ αλήθεια. Γιατί δεν το ακούω να χαρίζεται απλόχερα. Ούτε σε μένα, ούτε και στους άλλους. Γίνονται όλοι Σκρούτζηδες όταν τους έρχεται στο στόμα και το ξαναγυρίζουν πίσω στο λαρύγγι τους, να το καταπιούνε. Πίνουνε και δυό ποτήρια νερό από πάνω μην και τους ξανανεβεί στη γλώσσα. Τσιγκουνεύονται να το εκφράσουν. Με το ζόρι. Με το σταγονόμετρο. Και ΑΝ. Φοβούνται να το πούνε; Φοβούνται τί;

Μην πάρει αέρα ο άλλος και τότε τί; Ποιός βρήκε το μπελά του μέσα από γλυκές κουβέντες; Ποιός έμπλεξε όταν «ζέστανε» τον άλλον; Ποιός μεταμορφώθηκε σε επικίνδυνο εχθρό αμέσως μόλις αγαπήθηκε πολύ;

Αντίθετα, με μέγιστη ευκολία ξεστομίζονται οι βρισιές, οι βλαστήμιες, το φαρμάκι και το μίσος. Εκεί, φρένο γιοκ! Κανένα! Συνοδεύονται κι από άγρια ηδονή κάποιες φορές μάλιστα. Παρ όλο που η μεγαλύτερη ίσως ανάγκη του καθένα μας είναι η αγάπη, δεν το έχουμε συνειδητοποιήσει ότι αυτή είναι και η τέλεια ψυχική μας ισορροπία.

Δυσκολευόμαστε να τη ζητήσουμε, μην τυχόν και κατεβεί σε ανήλιο υπόγειο ο εγωισμός μας. Και μένοντας έτσι στερημένοι και κουτσουρεμένοι, δεν τολμάμε να δώσουμε κι εμείς έστω λίγη τρυφεράδα σ αυτούς που αγαπάμε. Εμείς πρώτοι να δώσουμε.

Γιατί, αυτή η άτακτη σειρά, του να περιμένουμε να πάρουμε δηλαδή πρώτα (οτιδήποτε είν αυτό) δεν μας κάνει να συλλογιστούμε ότι κι οι άλλοι που είναι ίδιοι μας, θέλουν κι αυτοί πρώτα να πάρουν κι ύστερα να δώσουν; Και τότε; Τότε τα συναισθήματα παραμένουν στην κατάψυξη και τα παίρνουμε μαζί μας, εγκλωβισμένα και απολύτως προσαρμοσμένα στο εντελώς πια «ξυλιασμένο» μας κορμί.

Κι εγώ πριν ακόμη ξαφνιαστώ που μια άγνωστη με ρώτησε αν την αγαπώ, πρόφτασα ν ανατριχιάσω πριν, και να συγκλονιστώ. Κι αμέσως είπα «ΝΑΙ! ΣΑΣ ΑΓΑΠΩ!». Και τότε χαμογέλασε και ξαναστήλωσε τα μάτια στο ταβάνι. Κι όταν μετά κουβέντα δεν ανταλλάξαμε καμιά, την προσοχή μου τράβηξε η μικρή της η ταμπέλα. Στα κάγκελα του κρεβατιού της κρεμασμένη. «Όνομα: Ελένη Ζαλημαίου, Ετών: 98, Εισαγωγή: 15.01.1999, Νόσος: Γεροντική άνοια» με μπλε στυλό ήταν γραμμένα. Και στην αριστερή πάνω γωνία, «Στέγη Ευγηρίας ο Άγιος Συμεών» με μαύρο μελάνι, κεφαλαία, ήταν τυπωμένα.

Άνθρωπος βαρύς

Τσο, τσο, τσο! Όχι! Όχι αυτό που λέμε υπέρβαρος. Με περίσσια κιλά, έτοιμος ν αρραβωνιάσει το στομάχι του…επίσημα με «δαχτυλίδι». Για λόγους υγείας. Νο! Το άλλο. Αυτό που λέμε «αυτός ο άνθρωπος ζυγίζει πάρα πολύ!». Μετράει. Ανοίγει το στόμα του και συ χαζεύεις. Τις ιδέες του, τη σκέψη του, τις γνώσεις του, το ήθος του, το ποιόν του, τη σπιρτάδα του. Αυτό ρε παιδάκι μου εννοώ.

Έναν τέτοιον γνώρισα σήμερα. Και για νάμαι ακριβέστερη, έναν «πολλά υποσχόμενο βαρύ άνθρωπο». Και για να είμαι ακόμα πιο πιστή στην πραγματικότητα, ο άνθρωπος αυτός προς το παρόν είναι βαρύς …στα κιλά του. Προς το παρόν. Γιατί η μικρή Αριάδνη, παρά τους πρώτους εφτά της μήνες, είναι υπέρβαρη. Έτσι μου φάνηκε εμένα. Αν και η λαχτάρα μου να την κρατήσω στα χέρια ήταν μεγάλη, δυσκολεύτηκα και λίγα λεπτά μετά την παρέδωσα στους φυσικούς της γονείς. Μια πρώιμη τενοντίτιδα μου φάνηκε πως «τακ-τακ» χτύπησε τον καρπό μου. Την περιεργάστηκα μετά με τρόπο, και βεβαιώθηκα πως δεν είχε πρόωρη ανάπτυξη στήθους. Σίγουρο αυτό. Ούτε αυτό που λέμε «ο σωματότυπος» της, μου φάνηκε ανάλογος με τα κιλά της. Ήταν σχεδόν σε όλα ένα φυσιολογικότατο και συμπαθέστατο μωρό. Και λέω «σχεδόν» γιατί αυτό το μικρό ανθρωπάκι με κοίταζε σαν άνθρωπος μεγάλος. Με παρατηρούσε, με περιεργαζόταν με μεγάλη σοβαρότητα. Ήθελε το βιογραφικό μου να το φτιάξει μόνη της, όχι να της το…υποβάλω στολισμένο όπως θατόθελα εγώ. Α, πα, πα! Ούτε κουβέντα! Αισθανόμουν άβολα μαζί της. Μπέρδευα χέρια και πόδια μη ξέροντας προς τα πού και πώς να τα κινήσω, σε ποια θέση να τα κρύψω. Με παρατηρούσε με τα μάτια της πάνω μου στυλωμένα. Καρφωμένα. Δεν ήξερα απ το «πλούσιο ελληνικό λεξιλόγιο» ποιες λέξεις να διαλέξω, για ν ανεβώ ψηλά στην εκτίμηση της. Αυτή βέβαια δεν ψελλίζει καμία απολύτως, μα είμαι σίγουρη πως ό,τι λέγαμε, το καταλάβαινε και μάλιστα…βαθμολογούσε! Ναι, έτσι μ έκανε να αισθάνομαι σας λέω. Ώσπου κάποια στιγμή η μαμά της σηκώθηκε προς την τουαλέτα. Δεν διαπίστωσα αν είχε πράγματι αυτή την ανάγκη. Ή την άλλη. …Να γλιτώσει για λίγο απ την βαριά προσωπικότητα της κόρης της. Να ξεκουραστεί, να χαλαρώσει. Δεν ξέρω. Εκείνο που ξέρω όμως, είναι πως αυτό το βαρύ μωρό αποκλείεται να μην γίνει «ένας βαρύς άνθρωπος» όταν θα μεγαλώσει. Αν κάποτε την συναντήσετε, αν έχετε την τύχη, θα το διαπιστώσετε και μόνοι σας. Έχει όλες τις προδιαγραφές, πιστέψτε με!

Α! Δεν σας είπα και το πιο σπουδαίο. Για μένα δηλαδή το πιο σημαντικό. Μόλις απομακρύνθηκε η μαμά της, η μικρή έβαλε τα κλάματα. Τσίριξε.

Και τότε μόνο, όταν είδα πως είναι ένα μωρό σαν όλα τα άλλα, τότε μόνο, άφησα τα χέρια μου να κάνουν ό,τι θέλουν, τα πόδια μου να ξεμουδιάσουν και το στόμα μου να λέει αρλούμπες και πολύ, μα πολύ να φχαριστιέται!

Βλέμματα χαμένα

Στεναχωριέμαι! Και ξέρω πως θα μου πείτε «Πολυτέλεια, καημένη! Τόσα βάσανα, τόσοι πόνοι και καημοί στον κόσμο! Μακάρι αυτή νάναι όλη η στεναχώρια σου τυχερή, ε τυχερή!» Και τώρα δα, θα σας εξομολογηθώ και κάτι. Δεν πιστεύω στις προλήψεις καθόλου. Ενοχλούμαι όμως ν ακούω να λένε «Α, ρε τυχερέ! Μεγάλη τύχη ο μπαγάσας!» Γιατί φοβάμαι πως …τότε είναι που μπορεί και κάτι να στραβώσει!

Έλεγα λοιπόν, γιατί μου μιλάτε και με μπερδεύετε, πως πραγματικά ώρες-ώρες πολύ στεναχωριέμαι για… τα βλέμματα που πάνε χαμένα! Αυτά τα βλέμματα που ανταλλάσσουμε με αγνώστους.

Με τους περαστικούς στο δρόμο. Ή, κρεμασμένοι απ τη χειρολαβή στο τρόλεϊ. Ή, καθισμένοι απέναντι, μέσα στο τρένο. Ή, ψωνίζοντας στο σούπερ μάρκετ. Ανάμεσα στους καλεσμένους μιάς γαμήλιας τελετής, ας πούμε. Λιαζόμενοι στην πλαζ, κολλητά ο ένας πάνω στον άλλον. Καθισμένοι στην πλατεία ενός θεάτρου, ή σε διπλανά καθίσματα στο σινεμά. Μέσα στο ασανσέρ σε απόσταση αναπνοής.

Κοιτιόμαστε και μόλις το βλέμμα του καθενός μας συναντήσει αυτό του «άγνωστου άλλου», το στρέφουμε αστραπιαία στην αντίθετη κατεύθυνση. Λες και θα εξαπολύσει φλόγες να μας ζεματίσει. Να μας κάψει. Λες και θα μας σταμπάρει, για να μας σημαδέψει την επόμενη φορά με το όπλο του.

Λυπάμαι, γιατί εκατομμύρια βλέμματα πάνε χαμένα! Πέφτουν κάτω, γίνονται σκουπίδια. Αντί να ενεργοποιούν το σώμα και τη γλώσσα μας. Να τα σπρώχνουν και τα δυό να μας φέρουν σ επαφή, νάρθουμε σ επικοινωνία. Να πούμε «Καλημέρα!», «Νάσαι καλά!», «Πεινάς;», «Πονάς; Κι εγώ!», «Αγαπάς; Κι εγώ αγαπώ!», «Ίδιος με σένα είμαι τελικά κι εγώ!».

…Από συμφέρον τώρα τα υπολογίζω έτσι εγώ, μη νομίζετε. Γιατί λέω, να! Πες ρε παιδάκι μου ότι με χτυπάει ένα αυτοκίνητο και γίνεται καπνός. Αποκλείεται να περάσει ένα από κείνα τα «βλέμματα» και να σκύψει πάνω μου, αφού θα είμαι πιά κάτι φιλικό του; Ή, δεν θα μου προσφέρει ένα τοστ στο τρένο για τη Λάρισα, μιά άλλη φορά ένα άλλο «βλέμμα»; Ο Γερμανός που κατάλαβα απ το βλέμμα του πως θέλει να τον φωτογραφίσω μπροστά στα τεντωμένα, μες τη μύγα χταπόδια, δεν θα με καλέσει και πέντε μέρες στη Βαυαρία ας πούμε, αφού θάμαστε πιά γνωστοί; Η κυρία που αγόραζε μαζί μου φάρμακα στο φαρμακείο, δεν θα μου συμπληρώσει τα 30 λεπτά που μου θα μου λείπουνε άλλη φορά στο φούρνο; Η, αν ένας ευερέθιστος ή τσαντίλας με προσβάλει στο δρόμο, δεν θα θελήσει να με υπερασπιστεί, ένα άλλο γνωστό μου «βλέμμα» που εκείνη την στιγμή μπορεί και να περνάει;

Κι όλοι στα τεράστια γήπεδα και στις αρένες αν δεν αφήναμε τα μεταξύ μας βλέμματα αχρησιμοποίητα εντελώς, να πέφτουν και να χάνονται, δεν θα αισθανόμαστε όλοι μας, πιο όμορφα, πιο οικεία, πιο ζεστά; Κι αν κοιτιόμαστε στα μάτια όλοι με επιμονή, νόημα και διάρκεια, δεν θάμαστε πιο δυνατοί, πιο αισιόδοξοι, πιο φίλοι, πιο παρηγορημένοι, πέρα ως πέρα σ όλη την οικουμένη;

Κι αν αφαιρούσαμε απ το λεξικό… τη λέξη «ουτοπία», μήπως κι αυτή μες το θυμό της γινότανε πραγματικότητα κι αληθινή ουσία;

7 Απρ 2009

Μόλις ήρθα !

Νονά του blog μου θα γινόμουνα
κι έψαχνα όνομα να του βρω.
Δεν το κούραζα όμως,
αλήθεια λέω, καθόλου το μυαλό.

Ώσπου το κλάμα ενός γέρου στην Τ.V.
μούδωσε λύση που μου φάνταξε καλή.

Έκλαιγε ο γέρος και τ αναφιλητά του,
ηχούσαν λεκτικά,
σαν νάλεγαν «Κι άλλα! Κι άλλα!»

Κι όταν το κλάμα έπαψε
και διάβρωσε τον λόγο του ο καθαρός αέρας,
τότε μόλις κατάλαβα
τί εννοούσε της κόρης ο πατέρας.

«Θα γεννήσεις με καισαρική»
μιά μέρα πριν στην κόρη του,
είχε πει ο μαιευτήρας.

Χρήματα τους ζήτησε
πριν μπει στο χειρουργείο,
χρήμα στο χέρι τούβαλαν,
«Να πάει καλά, Χριστέ, το χειρουργείο!».

Και ο γιατρός δεν έμπαινε
την γέννα για ν αρχίσει,
μα «κι άλλα, κι άλλα!» στον «πλειοδότη» έλεγε,
την «προσφορά» κι άλλο να συνεχίσει.

Και θα μπορούσα για τους άπληστους,
άπληστα λόγια να σας πω και να σας γράψω.
Όμως σήμερα του blog μου είναι η βάφτιση
και δεν θέλω να σας κουράσω.

Κι όσο για την «φουσκάλα του καφέ»
σχέση καμιά δεν έχει.
Μήπως όμως και τ όνομα
με το επώνυμο μας έχει;

Διάλεξα απλά σαν σήμα
την αγαπημένη μου
τούτη φωτογραφία.
Που δείχνει έναν καφέ
κατάματα να με κοιτάει.

Κι αναρωτιέμαι,
σαν φίλος μου που είναι καλός
…να τον λυπηθώ, να μην τον πιω,
μήπως και με παρακαλάει;

Στριμώχνομαι από σήμερα κι εγώ, ανάμεσα σας χιλιάδες, εκατομμύρια άγνωστοι μου bloggers.
Nα λέω αυτά που σκέπτομαι, να βγαίνουν έξω μου να ξεθυμαίνουν. Να χαλαρώνω τότε εγώ, να βρίσκω ηρεμία. Να φουντώνω, να πνίγομαι ξανά, και να τα βγάζω, να σας τα αραδιάζω πάλι.
Παρακαλώ δεχτείτε με λοιπόν έτσι… όπως στην επαρχία!
Χαμόγελο και «καλημέρα»
στον καινούργιο γείτονα,
πρόσκληση και για καφέ,
από την πρώτη κιόλας μέρα.

Έναν καφέ όπως αυτός εδώ,
να με κοιτά με τις ματάρες του απορημένος.
Και πιθανόν μ ένα βαθύ χασμουρητό
… «Να κι άλλη μιά ακόμα του συρμού!»
να τον ακούσω κάποτε να πει βαριεστημένος!