Oh, mia cara!
Πιο ανέμελη από ποτέ, περπατούσα εκείνη τη μέρα. Ποτέ πιο πολύ δεν ταράχτηκα όσο εκείνη την ίδια μέρα. Σκεπτόμουνα μάλιστα κάτι γρήγορες, σπιρτάτες ατάκες που λίγο πριν είχαμε ανταλλάξει μ έναν φίλο και χαζοχαμογελούσα. Συγκρατημένα. Ξέρετε. Αυτό που προσπαθούμε να το μαζέψουμε μην τυχόν και μας κολλήσουν τη ρετσινιά του ανισόρροπου.
Δυό παπάδες είδα νάρχονται από μακριά. Όχι, δεν με τρόμαξε αυτό. Ποτέ δεν με τρόμαζε, ούτε παιδάκι. Απλά τότε πνιγόμουνα μες την αμηχανία, γιατί ποτέ δεν ήθελα να φιλάω τα χέρια τους. Βαστούσε ένα δίσκο με τα δυό του χέρια ο ένας με κάτι σε λουλουδικό επάνω, μου φάνηκε από μακριά, και κάτι σε σταυρό ίσως; Σε εικόνα; Τον χαιρέτισα όταν κάπως πλησίασε. «Γεια σας παπά μου! Τί είναι; Κανένας ετοιμοθάνατος;» Φόρεσα και την ανάλογη έκφραση στο πρόσωπο. Ξέρετε. Αυτήν που κάνουμε πως λυπόμαστε. Μούγνεψε επιτακτικά, να πλησιάσω αναντίρρητα. Τί τις ήθελα εγώ τις χαιρετούρες και τις περιέργειες; Μούχωσε κάτω απ τη μύτη μου το δίσκο του και με ύφος «Τυχερή είσαι που με πέτυχες!» μου είπε να προσκυνήσω.
Tα μάτια μου πετάχτηκαν έξω απ τον τρόμο αμέσως μόλις έπεσαν… πάνω στην κάρα του Αγίου Τάδε. Αγριεμός σκέτος! Μισοκαλυμμένη από πολύτιμο μέταλλο, που άφηνε κενά για να φαίνονται μέρη απ το γυμνό κρανίο του Αγίου Τάδε. Ούτε που το θυμάμαι τ όνομα του απ το σοκ, θεέ μου συγχώρα με! Τί πειράζει εξ άλλου; Όλες οι κάρες ίδιες είναι, ανώνυμες, κι η δικιά μου ίδια μ αυτήν θα γίνει … όταν «πρώτα ο θεός!»
Είδατε εσείς ποτέ, κάρα να τρέχει, ροβολώντας, σε αστυνομικό τμήμα με τα δικαιολογητικά στο χέρι για να βγάλει ταυτότητα; Είδατε; Μισοέσκυψα, και μη θέλοντας να αποστρέψω την προσφορά του, σταυροκοπήθηκα με «δάχτυλα πάρκινσον» και ξανάκανα πίσω. «Εγώ παπά μου δεν μπορώ! Αγριεύομαι πολύ μ αυτά τα πράγματα»! «Η Χάρη Του… βοήθεια σου… θαυματουργός…» και τέτοια τον άκουγα να μου λέει καθώς έφευγα, «Λούης» γινόμουνα δηλαδή. Και τότε πρόσεξα και τον δεύτερο ιερέα που στα πέντε μέτρα ακολουθούσε. Με το κινητό του στ αυτί του κολλημένο, να περπατά γοργά και να σιχτιρίζει έναν διάκο; Έναν δεσπότη; Δεν κατάλαβα ακριβώς, αλλά το «Γαμώ τα ράσα που φοράει!» σίγουρα τον άκουσα να λέει.
Και η κάρα ανά χείρας, συνέχισε τον δρόμο της. Μπρος αυτή με τον έναν, πίσω η τιμητική φρουρά με τον δεύτερο παπά. Πού πήγαινε στο λιόγερμα, πότε, και ποιόν να συναντήσει; Ευχήθηκα τουλάχιστον, άλλον ποτέ ξανά και κυρίως παιδί, να μην τρομοκρατήσει!