Στεναχωριέμαι! Και ξέρω πως θα μου πείτε «Πολυτέλεια, καημένη! Τόσα βάσανα, τόσοι πόνοι και καημοί στον κόσμο! Μακάρι αυτή νάναι όλη η στεναχώρια σου τυχερή, ε τυχερή!» Και τώρα δα, θα σας εξομολογηθώ και κάτι. Δεν πιστεύω στις προλήψεις καθόλου. Ενοχλούμαι όμως ν ακούω να λένε «Α, ρε τυχερέ! Μεγάλη τύχη ο μπαγάσας!» Γιατί φοβάμαι πως …τότε είναι που μπορεί και κάτι να στραβώσει!
Έλεγα λοιπόν, γιατί μου μιλάτε και με μπερδεύετε, πως πραγματικά ώρες-ώρες πολύ στεναχωριέμαι για… τα βλέμματα που πάνε χαμένα! Αυτά τα βλέμματα που ανταλλάσσουμε με αγνώστους.
Με τους περαστικούς στο δρόμο. Ή, κρεμασμένοι απ τη χειρολαβή στο τρόλεϊ. Ή, καθισμένοι απέναντι, μέσα στο τρένο. Ή, ψωνίζοντας στο σούπερ μάρκετ. Ανάμεσα στους καλεσμένους μιάς γαμήλιας τελετής, ας πούμε. Λιαζόμενοι στην πλαζ, κολλητά ο ένας πάνω στον άλλον. Καθισμένοι στην πλατεία ενός θεάτρου, ή σε διπλανά καθίσματα στο σινεμά. Μέσα στο ασανσέρ σε απόσταση αναπνοής.
Κοιτιόμαστε και μόλις το βλέμμα του καθενός μας συναντήσει αυτό του «άγνωστου άλλου», το στρέφουμε αστραπιαία στην αντίθετη κατεύθυνση. Λες και θα εξαπολύσει φλόγες να μας ζεματίσει. Να μας κάψει. Λες και θα μας σταμπάρει, για να μας σημαδέψει την επόμενη φορά με το όπλο του.
Λυπάμαι, γιατί εκατομμύρια βλέμματα πάνε χαμένα! Πέφτουν κάτω, γίνονται σκουπίδια. Αντί να ενεργοποιούν το σώμα και τη γλώσσα μας. Να τα σπρώχνουν και τα δυό να μας φέρουν σ επαφή, νάρθουμε σ επικοινωνία. Να πούμε «Καλημέρα!», «Νάσαι καλά!», «Πεινάς;», «Πονάς; Κι εγώ!», «Αγαπάς; Κι εγώ αγαπώ!», «Ίδιος με σένα είμαι τελικά κι εγώ!».
…Από συμφέρον τώρα τα υπολογίζω έτσι εγώ, μη νομίζετε. Γιατί λέω, να! Πες ρε παιδάκι μου ότι με χτυπάει ένα αυτοκίνητο και γίνεται καπνός. Αποκλείεται να περάσει ένα από κείνα τα «βλέμματα» και να σκύψει πάνω μου, αφού θα είμαι πιά κάτι φιλικό του; Ή, δεν θα μου προσφέρει ένα τοστ στο τρένο για τη Λάρισα, μιά άλλη φορά ένα άλλο «βλέμμα»; Ο Γερμανός που κατάλαβα απ το βλέμμα του πως θέλει να τον φωτογραφίσω μπροστά στα τεντωμένα, μες τη μύγα χταπόδια, δεν θα με καλέσει και πέντε μέρες στη Βαυαρία ας πούμε, αφού θάμαστε πιά γνωστοί; Η κυρία που αγόραζε μαζί μου φάρμακα στο φαρμακείο, δεν θα μου συμπληρώσει τα 30 λεπτά που μου θα μου λείπουνε άλλη φορά στο φούρνο; Η, αν ένας ευερέθιστος ή τσαντίλας με προσβάλει στο δρόμο, δεν θα θελήσει να με υπερασπιστεί, ένα άλλο γνωστό μου «βλέμμα» που εκείνη την στιγμή μπορεί και να περνάει;
Κι όλοι στα τεράστια γήπεδα και στις αρένες αν δεν αφήναμε τα μεταξύ μας βλέμματα αχρησιμοποίητα εντελώς, να πέφτουν και να χάνονται, δεν θα αισθανόμαστε όλοι μας, πιο όμορφα, πιο οικεία, πιο ζεστά; Κι αν κοιτιόμαστε στα μάτια όλοι με επιμονή, νόημα και διάρκεια, δεν θάμαστε πιο δυνατοί, πιο αισιόδοξοι, πιο φίλοι, πιο παρηγορημένοι, πέρα ως πέρα σ όλη την οικουμένη;
Κι αν αφαιρούσαμε απ το λεξικό… τη λέξη «ουτοπία», μήπως κι αυτή μες το θυμό της γινότανε πραγματικότητα κι αληθινή ουσία;
Δεν υπάρχουν σχόλια:
Δημοσίευση σχολίου